χρυσαφής, -ιά, -ί

χρυσαφής, -ιά, -ί
1. αυτός που έχει το χρώμα του χρυσαφιού, χρυσωπός.
2. χρυσοστόλιστος, αυτός που φέρει κοσμήματα από χρυσό.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Χρυσάφης, Ιωάννης — (Αθήνα 1873 – 1932). Έλληνας γυμναστής. Σπούδασε μαθηματικά και ταυτόχρονα παρακολουθούσε τη σχολή γυμναστών, υπηρέτησε ως καθηγητής γυμναστικής και το 1899 πήγε με υποτροφία για σπουδές γυμναστικής στην Ελβετία, Γερμανία, Δανία, Σουηδία, από… …   Dictionary of Greek

  • χρυσαφής — ιά, ί, Ν χρυσαφένιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσάφι + κατάλ. ής (πρβλ. σταχτ ής)] …   Dictionary of Greek

  • Χρυσάφης, Μανουήλ — Δύο Βυζαντινοί μουσικοδιδάσκαλοι και υμνογράφοι, που ήκμασαν μετά την Άλωση. 1. Ο Παλαιός. Μουσικός και υμνογράφος του 15ου 16ου αι. Κατά την Άλωση χρημάτισε αριστερός ψάλτης της Αγίας Σοφίας και έγραψε εκκλησιαστικούς ύμνους, τους οποίους… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Αθλητισμός — Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η… …   Dictionary of Greek

  • Liste des prénoms grecs — Sommaire 1 Origine des prénoms grecs 2 Attribution des prénoms 3 Fêtes 4 Transcription et translittération …   Wikipédia en Français

  • Хрисафис, Иоаннис — Олимпийские награды Гимнастика Бронза …   Википедия

  • Manuel Chrysaphes — Not to be confused with the 17th century composer Manuel Chrysaphes the Younger. Manuel Doukas Chrysaphes (Greek: Μανουὴλ Δούκας Χρυσάφης, 1440–1463fl. 1440–1463) was the most prominent Byzantine musician of the 15th century. He was a singer …   Wikipedia

  • Ioannis Chrysafis — Medaillenspiegel Gerätturnen Griechenland  Griechenland Olympische Spiele Bronze 1896 Athen …   Deutsch Wikipedia

  • Ioánnis Chrysáfis — Pas d image ? Cliquez ici Contexte général …   Wikipédia en Français

  • -ένιος — α, ο 1. κατάληξη επιθέτων που σημαίνει ότι το προσδιοριζόμενο από το επίθετο αποτελείται από την ύλη που δηλώνει το επίθετο π.χ. μεταξένιος, σιδερένιος, ατσαλένιος κ.λπ. 2. δηλώνει ότι το πρόσωπο ή πράγμα που προσδιορίζεται από το επίθετο έχει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”